to diffuse
Pronunciation
/dɪfˈjus/, /dɪfˈjuz/

Ορισμός και σημασία του "diffuse"στα αγγλικά

to diffuse
01

διαδίδω, διασπείρω

to spread across an area or through different channels
Intransitive
to diffuse definition and meaning
Παραδείγματα
The sound of laughter is diffusing from the party next door into the quiet neighborhood.
Ο ήχος του γέλιου διαχέεται από το πάρτι δίπλα στην ήσυχη γειτονιά.
02

διαδίδω, εξαπλώνω

to cause to spread over a wide area or to a lot of people
Transitive: to diffuse ideas or information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
diffuse
γ΄ ενικό πρόσωπο
diffuses
ενεστώτα μετοχή
diffusing
απλός αόριστος
diffused
παθητική μετοχή
diffused
Παραδείγματα
The news of the discovery was diffused through the scientific community.
Η είδηση της ανακάλυψης διαδόθηκε μέσα από την επιστημονική κοινότητα.
01

διάχυτος, διασκορπισμένος

spread out; not concentrated in one place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most diffuse
συγκριτικός βαθμός
more diffuse
διαβαθμίσιμο
02

διάχυτος, διασπαρμένος

describing light that spreads evenly from a broad source or surface, creating soft illumination without harsh shadows
Παραδείγματα
In foggy weather, streetlights often produce a diffuse light that spreads evenly through the mist.
Σε ομιχλώδεις καιρικές συνθήκες, οι φανοί του δρόμου συχνά παράγουν ένα διάχυτο φως που εξαπλώνεται ομοιόμορφα μέσα από την ομίχλη.
03

διάχυτος, μη συνοπτικός

lacking conciseness
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store