Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to diffuse
01
διαδίδω, διασπείρω
to spread across an area or through different channels
Intransitive
Παραδείγματα
The aroma of freshly baked bread diffused through the kitchen.
Το άρωμα του φρεσκοψημένου ψωμιού διαδόθηκε στην κουζίνα.
02
διαδίδω, εξαπλώνω
to cause to spread over a wide area or to a lot of people
Transitive: to diffuse ideas or information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
diffuse
γ΄ ενικό πρόσωπο
diffuses
ενεστώτα μετοχή
diffusing
απλός αόριστος
diffused
παθητική μετοχή
diffused
Παραδείγματα
The organization worked to diffuse information about climate change to the public.
Ο οργανισμός εργάστηκε για να διαδώσει πληροφορίες σχετικά με την κλιματική αλλαγή στο κοινό.
diffuse
01
διάχυτος, διασκορπισμένος
spread out; not concentrated in one place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most diffuse
συγκριτικός βαθμός
more diffuse
διαβαθμίσιμο
02
διάχυτος, διασπαρμένος
describing light that spreads evenly from a broad source or surface, creating soft illumination without harsh shadows
Παραδείγματα
The room was softly lit with diffuse light from the ceiling fixture.
Το δωμάτιο φωτίζονταν απαλά με διάχυτο φως από τον οροφικό φωτιστικό.
03
διάχυτος, μη συνοπτικός
lacking conciseness
Λεξικό Δέντρο
diffused
diffuser
diffusing
diffuse



























