to diffuse
di
di
ffuse
ˈfju:z
fyooz
profusecabooserecluseproduce

Ορισμός και σημασία του "diffuse"στα αγγλικά

to diffuse
01

διαδίδω, διασπείρω

to spread across an area or through different channels 
Intransitive
to diffuse definition and meaning
Παραδείγματα
The aroma of freshly baked bread diffused through the kitchen. 

Το άρωμα του φρεσκοψημένου ψωμιού διαδόθηκε στην κουζίνα.

02

διαδίδω, εξαπλώνω

to cause to spread over a wide area or to a lot of people 
Transitive: to diffuse ideas or information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
diffuse
γ΄ ενικό πρόσωπο
diffuses
ενεστώτα μετοχή
diffusing
απλός αόριστος
diffused
παθητική μετοχή
diffused
Παραδείγματα
The organization worked to diffuse information about climate change to the public. 

Ο οργανισμός εργάστηκε για να διαδώσει πληροφορίες σχετικά με την κλιματική αλλαγή στο κοινό.

01

διάχυτος, διασκορπισμένος

spread out; not concentrated in one place 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most diffuse
συγκριτικός βαθμός
more diffuse
διαβαθμίσιμο
02

διάχυτος, διασπαρμένος

describing light that spreads evenly from a broad source or surface, creating soft illumination without harsh shadows 
Παραδείγματα
The room was softly lit with diffuse light from the ceiling fixture. 

Το δωμάτιο φωτίζονταν απαλά με διάχυτο φως από τον οροφικό φωτιστικό.

03

διάχυτος, μη συνοπτικός

lacking conciseness 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store