Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exacting
01
απαιτητικός, ακριβής
requiring great precision, accuracy, or careful attention to detail
Παραδείγματα
The recipe called for exacting proportions of ingredients.
Η συνταγή απαιτούσε ακριβείς αναλογίες των συστατικών.
02
απαιτητικός, αυστηρός
severe, demanding, or unrelenting in requiring effort, compliance, or performance
Formal
Παραδείγματα
Life in the high mountains is exacting, with constant physical and mental demands.
Η ζωή στα υψηλά βουνά είναι απαιτητική, με συνεχείς σωματικές και διανοητικές απαιτήσεις.
Λεξικό Δέντρο
unexacting
exacting
exact



























