challenging
challenging
tʃælɪndʒɪng
tshālindzhing

Ορισμός και σημασία του "challenging"στα αγγλικά

challenging
01

επιθετικός, δύσκολος

difficult to accomplish, requiring skill or effort 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most challenging
συγκριτικός βαθμός
more challenging
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Solving the puzzle proved to be challenging, requiring creative thinking and problem-solving skills. 

Η επίλυση του παζλ αποδείχθηκε προκλητική, απαιτώντας δημιουργική σκέψη και δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων.

02

διεγερτικός, προκλητικός

intending to provoke thought or discussion 
Παραδείγματα
His challenging questions made everyone rethink their assumptions. 

Οι προκλητικές ερωτήσεις του έκαναν όλους να επανεκτιμήσουν τις υποθέσεις τους.

Λεξικό Δέντρο

unchallenging
challenging
challenge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store