exacting
e
ɪ
ι
xac
ˈgzæk
γκζαικ
ting
tɪng
τινγκ

Ορισμός και σημασία του "exacting"στα αγγλικά

01

απαιτητικός, ακριβής

requiring great precision, accuracy, or careful attention to detail 
Παραδείγματα
The surgeon's work is exacting, leaving no room for error. 

Η εργασία του χειρουργού είναι απαιτητική, δεν αφήνει περιθώριο για λάθος.

02

απαιτητικός, αυστηρός

severe, demanding, or unrelenting in requiring effort, compliance, or performance 
επίσημο
Παραδείγματα
Her boss had an exacting schedule, leaving little free time. 

Ο προϊστάμενός της είχε ένα απαιτητικό πρόγραμμα, αφήνοντας λίγο ελεύθερο χρόνο.

Λεξικό Δέντρο

unexacting
exacting
exact
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store