Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cool
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
coolest
συγκριτικός βαθμός
cooler
διαβαθμίσιμο
02
ήρεμος, ατάραχος
remaining calm and composed even in challenging situations
03
κουλ, στυλάτος
having an appealing quality
04
δροσερός, χαλαρωτικός
having tones that create a sense of calm or distance, often including shades of blue, green, or purple
06
Κέρδισε ένα δροσερό εκατομμύριο δολάρια από την πώληση., Κέρδισε ένα ολόκληρο εκατομμύριο δολάρια από την πώληση.
used as an intensifier to emphasize a significant amount, often in reference to money
07
δροσιστικός, αεροπνοή
(of clothing) designed to keep the wearer comfortable and prevent overheating
08
απαλός, χαλαρός
(of a musical note) played softly or with a relaxed style, often creating a smooth and laid-back atmosphere
09
ήρεμος, σε καλές σχέσεις
indicating a state of mutual understanding, acceptance, or reconciliation
10
αποστασιοποιημένος, συγκρατημένος
not friendly, warm, or enthusiastic in behavior or attitude
to cool
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cool
γ΄ ενικό πρόσωπο
cools
ενεστώτα μετοχή
cooling
απλός αόριστος
cooled
παθητική μετοχή
cooled
Cool
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cools
Λεξικό Δέντρο
coolly
coolness
uncool
cool



























