composed
com
kəm
kēm
posed
ˈpəʊzd
pewzd
supposedmalposeddisposedenclosed

Ορισμός και σημασία του "composed"στα αγγλικά

01

ήρεμος, συγκρατημένος

remaining calm and in control of one's emotions and actions 
composed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most composed
συγκριτικός βαθμός
more composed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite the chaos around her, she remained composed and focused on finding a solution. 

Παρά το χάος γύρω της, παρέμεινε ψύχραιμη και επικεντρωμένη στην εύρεση μιας λύσης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store