composer
com
kəm
καμ
po
ˈpəʊ
πεου
ser
ζα
computercompiler

Ορισμός και σημασία του "composer"στα αγγλικά

01

συνθέτης, συγγραφέας μουσικής

a person who writes music as their profession 
composer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
composers
Παραδείγματα
The composer created a symphony that was performed by a prestigious orchestra. 

Ο συνθέτης δημιούργησε μια συμφωνία που εκτελέστηκε από μια επιφανή ορχήστρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

composer
compose
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store