Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Composing
01
σύνθεση, διάταξη
the spatial property resulting from the arrangement of parts in relation to each other and to the whole
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
σύνθεση
musical creation
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
composing
compose



























