coolheaded
coolheaded
ku:lhɛdɪd
koolhedid

Ορισμός και σημασία του "coolheaded"στα αγγλικά

coolheaded
01

ψύχραιμος, ατάραχος

staying calm, unemotional, and focused in difficult or stressful situations 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most coolheaded
συγκριτικός βαθμός
more coolheaded
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, emotion, character
Παραδείγματα
Her coolheaded response helped diffuse the tension in the room. 

Η ψυχραιμία της απάντησης βοήθησε να διαλυθεί η ένταση στο δωμάτιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store