Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come to
01
ξαναρχίζω να συνειδητοποιώ, ξυπνάω
to regain consciousness or awaken after being unconscious or asleep
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come to
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes to
ενεστώτα μετοχή
coming to
απλός αόριστος
came to
παθητική μετοχή
come to
Παραδείγματα
After fainting, she slowly came to and found herself lying on the floor.
Μετά την λιποθυμία, ξαναήρθε στα συγκαλά της και βρέθηκε ξαπλωμένη στο πάτωμα.
02
συνειδητοποιώ, μου έρχεται στο μυαλό
to suddenly become aware of something that one did not notice before, or that one had forgotten about
Παραδείγματα
As I was walking, it suddenly came to me that I had left my keys at home.
Καθώς περπατούσα, ξαφνικά μου ήρθε στο μυαλό ότι είχα αφήσει τα κλειδιά μου στο σπίτι.
Παραδείγματα
The expenses for the trip came to $500, including accommodation and transportation.
Τα έξοδα για το ταξίδι έφτασαν τα 500 δολάρια, συμπεριλαμβανομένης της διαμονής και των μεταφορών.
04
καταλήγω σε, φτάνω σε
to reach a conclusion or make a choice after careful consideration and evaluation of various options or possibilities
Παραδείγματα
After hours of debate, the committee finally came to a unanimous decision.
Μετά από ώρες συζήτησης, η επιτροπή τελικά κατέληξε σε μια ομόφωνη απόφαση.
05
έρχομαι σε, φτάνω σε
to start experiencing or having a specific feeling or realization
Παραδείγματα
As she listened to the speaker, a sense of inspiration came to her.
Καθώς άκουγε τον ομιλητή, μια αίσθηση έμπνευσης της ήρθε.
06
φτάνω σε, καταφέρνω
to reach or attain a specific state or condition
Παραδείγματα
After years of hard work, the company finally came to a profitable state.
Μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς, η εταιρεία τελικά έφτασε σε μια κερδοφόρα κατάσταση.



























