Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to call in
01
καλώ, συγκαλώ
to request for someone's presence at a specific location
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
call
ενεστώτας
call in
γ΄ ενικό πρόσωπο
calls in
ενεστώτα μετοχή
calling in
απλός αόριστος
called in
παθητική μετοχή
called in
Παραδείγματα
The manager called the team in for an urgent meeting.
Ο μάνατζερ συνέλαβε την ομάδα για μια επείγουσα συνάντηση.
02
καλώ, ζητώ βοήθεια από
to request someone's services or assistance
Παραδείγματα
The manager called in an expert to analyze the financial data.
Ο διαχειριστής κάλεσε έναν ειδικό για να αναλύσει τα οικονομικά δεδομένα.
03
τηλεφωνώ, καλώ
to make a phone call to a particular place, often one's workplace
Παραδείγματα
She called in to report the technical issue with her computer.
Τηλεφώνησε για να αναφέρει το τεχνικό πρόβλημα με τον υπολογιστή της.
04
πέφτω, κάνω μια γρήγορη επίσκεψη
to stop for a quick visit
Dialect
British
Παραδείγματα
I wanted to call in at the café to grab a coffee on my way home.
Ήθελα να περάσω από το καφέ να πάρω έναν καφέ στο δρόμο για το σπίτι.
05
βάζω μέσα, αντικαθιστώ
(in sports) to replace a player, typically due to strategic decisions, injuries, or other factors
Παραδείγματα
Despite the lead, the coach called the experienced player in for added stability.
Παρά την προβάδισμα, ο προπονητής κάλεσε τον έμπειρο παίκτη για επιπλέον σταθερότητα.
06
ανακλώ, ζητώ την επιστροφή
to request the return of an item, document, or person
Παραδείγματα
He borrowed my book and promised to call it in by the end of the week.
Δανείστηκε το βιβλίο μου και υποσχέθηκε να το ζητήσει πίσω μέχρι το τέλος της εβδομάδας.
07
απαιτώ, ζητώ την αποπληρωμή
to ask for the repayment of a loan
Παραδείγματα
Economic uncertainties forced the bank to call in several loans.
Οι οικονομικές αβεβαιότητες ανάγκασαν την τράπεζα να ανακλήσει πολλά δάνεια.



























