cabbage
ca
ˈkæ
bbage
bɪʤ
bij

Ορισμός και σημασία του "cabbage"στα αγγλικά

01

λάχανο, κράμβη

a large round vegetable with thick white, green or purple leaves, eaten raw or cooked 
cabbage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cabbages
Παραδείγματα
She prepared a delicious coleslaw using fresh cabbage, carrots, and a tangy dressing. 

Ετοίμασε μια νόστιμη σαλάτα κολ σλο χρησιμοποιώντας φρέσκο λάχανο, καρότα και μια πικάντικη σάλτσα.

02

λεφτά, χρήματα

an informal slang for cash or money, often used in casual conversation 
cabbage definition and meaning
Παραδείγματα
He was excited to see his paycheck, knowing it was a good amount of cabbage. 

Ήταν ενθουσιασμένος να δει την επιταγή του, γνωρίζοντας ότι ήταν ένα καλό ποσό χρήματα.

03

λάχανο, πράσινο λάχανο

the leaves of a large round purple or green vegetable, used for cooking 
to cabbage
01

κλέβω, αρπάζω

to steal someone else's belongings 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cabbage
γ΄ ενικό πρόσωπο
cabbages
ενεστώτα μετοχή
cabbaging
απλός αόριστος
cabbaged
παθητική μετοχή
cabbaged
Παραδείγματα
He attempted to cabbage a watch from the display case. 

Προσπάθησε να λάχανο ένα ρολόι από την βιτρίνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store