cash
cash
kæʃ
kāsh
clashcrashcalashcamash

Ορισμός και σημασία του "cash"στα αγγλικά

01

μετρητά, χρήματα σε μετρητά

money in bills or coins, rather than checks, credit, etc. 
cash definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cash
Παραδείγματα
He always keeps a little cash in his wallet for emergencies. 

Πάντα κρατάει λίγα μετρητά στο πορτοφόλι του για εκτάκτου ανάγκης.

02

μετρητά, ρεύμα

prompt payment for goods or services in currency or by check 
to cash
01

εξαργυρώνω, μετατρέπω σε μετρητά

to turn a check, financial paper, etc. into real money 
Transitive: to cash a financial paper
to cash definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cash
γ΄ ενικό πρόσωπο
cashes
ενεστώτα μετοχή
cashing
απλός αόριστος
cashed
παθητική μετοχή
cashed
Παραδείγματα
She went to the bank to cash her paycheck. 

Πήγε στην τράπεζα για να εξαργυρώσει την επιταγή της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store