Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dinero
01
χρήματα, λεφτά
the Spanish term for money, used in both formal and informal contexts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The project required a significant amount of dinero to complete successfully.
Το έργο απαιτούσε σημαντική ποσότητα dinero για να ολοκληρωθεί με επιτυχία.



























