Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ding-dong
01
ντινγκ-ντονγκ, κουδούνισμα
the noise made by a bell
02
a silly, foolish, or empty-headed person
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ντινγκ-ντονγκ, κουδούνισμα
a silly, foolish, or empty-headed person