dinero
di
di
ne
ˈnɛə
neē
ro
rəʊ
rew

Ορισμός και σημασία του "dinero"στα αγγλικά

01

χρήματα, λεφτά

the Spanish term for money, used in both formal and informal contexts 
dinero definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He needed to save more dinero to afford the new car he wanted. 

Χρειαζόταν να αποταμιεύσει περισσότερα χρήματα για να αγοράσει το καινούριο αυτοκίνητο που ήθελε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store