caseworker
case
ˈkeɪs
keis
wor
wɜ:
ker

Ορισμός και σημασία του "caseworker"στα αγγλικά

01

κοινωνικός λειτουργός, κοινωνικός εργαζόμενος

someone employed to provide social services (especially to the disadvantaged) 
caseworker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
caseworkers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store