Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cabal
01
συνωμοσία, κλίκα
a secret plot, especially one designed to gain power or manipulate events behind the scenes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cabals
Παραδείγματα
The novel centers on a cabal plotting to overthrow the monarchy.
Το μυθιστόρημα επικεντρώνεται σε μια συνωμοσία που συνωμοτεί για την ανατροπή της μοναρχίας.
to cabal
01
συνωμοτώ, σχεδιάζω συνωμοσία
to conspire with others to gain power or influence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cabal
γ΄ ενικό πρόσωπο
cabals
ενεστώτα μετοχή
caballing
απλός αόριστος
caballed
παθητική μετοχή
caballed
Παραδείγματα
The ministers caballed late into the night, planning to unseat the prime minister.
Οι υπουργοί συνωμοτούσαν μέχρι αργά τη νύχτα, σχεδιάζοντας να καθαιρέσουν τον πρωθυπουργό.
Λεξικό Δέντρο
cabalism
cabalist
cabal



























