Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cabal
01
συνωμοσία, κλίκα
a secret plot, especially one designed to gain power or manipulate events behind the scenes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cabals
Παραδείγματα
The cabal operated in shadows, pulling strings no one could see.
Η συνωμοσία λειτουργούσε στις σκιές, τραβώντας τα σχοινιά που κανείς δεν μπορούσε να δει.
to cabal
01
συνωμοτώ, σχεδιάζω συνωμοσία
to conspire with others to gain power or influence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cabal
γ΄ ενικό πρόσωπο
cabals
ενεστώτα μετοχή
caballing
απλός αόριστος
caballed
παθητική μετοχή
caballed
Παραδείγματα
The caballing factions eroded trust within the organization.
Οι συνωμοτικές φατρίες υπονόμευσαν την εμπιστοσύνη εντός του οργανισμού.
Λεξικό Δέντρο
cabalism
cabalist
cabal



























