Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to freeze up
01
παγώνω, κολλάω
to become solid or immobile due to cold temperatures, often leading to a lack of functionality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
freeze
ενεστώτας
freeze up
γ΄ ενικό πρόσωπο
freezes up
ενεστώτα μετοχή
freezing up
απλός αόριστος
froze up
παθητική μετοχή
frozen up
Παραδείγματα
The car's engine froze up in the bitter winter cold, and it wouldn't start.
Ο κινητήρας του αυτοκινήτου πάγωσε στον πικρό χειμωνιάτικο κρύο, και δεν άναβε.
02
παγώνω, παραλύω
to become mentally immobilized or unable to function effectively due to fear, anxiety, or nervousness
Παραδείγματα
She froze up when she had to speak in front of the large audience.
Πάγωσε όταν έπρεπε να μιλήσει μπροστά σε ένα μεγάλο ακροατήριο.
03
παγώνω, κολλάω
to stop functioning due to issues such as technical glitches or mental blocks
Παραδείγματα
The computer screen froze up, and it had to be restarted.
Η οθόνη του υπολογιστή πάγωσε, και έπρεπε να επανεκκινηθεί.



























