Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tingle
01
μουδιάζω, γαργαλώ
to make a part of the body feel a bit ticklish or have a slight, unusual sensation
Transitive: to tingle a part of the body
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tingle
γ΄ ενικό πρόσωπο
tingles
ενεστώτα μετοχή
tingling
απλός αόριστος
tingled
παθητική μετοχή
tingled
Παραδείγματα
The minty lotion tingles my skin after applying it.
Η μέντα λοσιόν μου προκαλεί φαγούρα στο δέρμα μου μετά την εφαρμογή της.
Tingle
01
μούδιασμα, τσούξιμο
a slight sensation like many tiny pins and needles, usually felt on the skin or in the extremities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tingles
Παραδείγματα
After sitting cross‑legged for an hour she felt a tingle creeping down her foot.
Αφού κάθισε σταυροπόδι για μια ώρα, αισθάνθηκε ένα μυρμήγκιασμα να σέρνεται στο πόδι της.
02
ρίγος, μούδιασμα
a brief, almost pleasurable fear, felt physically as a shiver
Παραδείγματα
She felt a tingle of excitement when the curtain rose and the orchestra began.
Ένιωσε ένα ριγή συγκίνησης όταν ανέβηκε η κουρτίνα και η ορχήστρα ξεκίνησε.



























