to tingle
tin
ˈtɪn
tin
gle
gəl
gēl
tingetangletinkle

Ορισμός και σημασία του "tingle"στα αγγλικά

to tingle
01

μουδιάζω, γαργαλώ

to make a part of the body feel a bit ticklish or have a slight, unusual sensation 
Transitive: to tingle a part of the body
to tingle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tingle
γ΄ ενικό πρόσωπο
tingles
ενεστώτα μετοχή
tingling
απλός αόριστος
tingled
παθητική μετοχή
tingled
Παραδείγματα
The minty lotion tingles my skin after applying it. 

Η μέντα λοσιόν μου προκαλεί φαγούρα στο δέρμα μου μετά την εφαρμογή της.

01

μούδιασμα, τσούξιμο

a slight sensation like many tiny pins and needles, usually felt on the skin or in the extremities 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tingles
Παραδείγματα
After sitting cross‑legged for an hour she felt a tingle creeping down her foot. 

Αφού κάθισε σταυροπόδι για μια ώρα, αισθάνθηκε ένα μυρμήγκιασμα να σέρνεται στο πόδι της.

02

ρίγος, μούδιασμα

a brief, almost pleasurable fear, felt physically as a shiver 
Παραδείγματα
She felt a tingle of excitement when the curtain rose and the orchestra began. 

Ένιωσε ένα ριγή συγκίνησης όταν ανέβηκε η κουρτίνα και η ορχήστρα ξεκίνησε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store