Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tilt
01
γέρνω, κλίνω
to incline or lean in a particular direction
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
tilt
γ΄ ενικό πρόσωπο
tilts
ενεστώτα μετοχή
tilting
απλός αόριστος
tilted
παθητική μετοχή
tilted
Παραδείγματα
Right now, the tower of blocks is tilting dangerously as the child adds another block.
Αυτή τη στιγμή, ο πύργος από μπλοκ γέρνει επικίνδυνα καθώς το παιδί προσθέτει άλλο ένα μπλοκ.
02
γέρνω, κλίνω
to deliberately adjust or position an object in such a way that it leans or slopes
Transitive: to tilt sth
Παραδείγματα
The gardener tilted the potted plant to ensure proper drainage.
Ο κηπουρός έγερνε το φυτό σε γλάστρα για να εξασφαλίσει σωστή αποστράγγιση.
03
συμμετέχω σε ιπποτικό τουρνουά, παρατάσσομαι σε μονομαχία με λόγχες
to engage in a jousting match, typically involving knights on horseback charging at each other with lances
Intransitive
Παραδείγματα
The brave knights prepared to tilt in the grand tournament, charging at each other with lances.
Οι γενναίοι ιππότες προετοιμάστηκαν να αγωνιστούν στο μεγάλο τουρνουά, επιτιθέμενοι ο ένας στον άλλο με λόγχες.
Tilt
01
κλίση, πλαγιά
pitching dangerously to one side
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tilts
02
κλίση, πλαγιά
the property possessed by a line or surface that departs from the vertical
03
κλίση, προκατάληψη
a slight but noticeable partiality
04
κλίση, διαφωνία
a contentious speech act; a dispute where there is strong disagreement
05
ιπποτική μάχη, τουρνουά ιπποτικής μάχης
a combat between two mounted knights tilting against each other with blunted lances
Λεξικό Δέντρο
tilted
tilter
tilt



























