tilted
til
ˈtɪl
τιλ
ted
tɪd
τιντ
/tˈɪltɪd/

Ορισμός και σημασία του "tilted"στα αγγλικά

01

γκρεμισμένος, κεκλιμένος

departing or being caused to depart from the true vertical or horizontal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tilted
συγκριτικός βαθμός
more tilted
διαβαθμίσιμο
02

εκνευρισμένος, αναστατωμένος

emotionally frustrated or distracted, usually while playing a game
Slang
Παραδείγματα
Avoid chatting when you're tilted; it affects your gameplay.
Αποφεύγετε να συνομιλείτε όταν είστε εκνευρισμένοι· επηρεάζει το παιχνίδι σας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store