Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to throttle
01
πνίγω, καταστέλλω
to stop or limit the expression or activity of something
Transitive: to throttle an activity or development
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
throttle
γ΄ ενικό πρόσωπο
throttles
ενεστώτα μετοχή
throttling
απλός αόριστος
throttled
παθητική μετοχή
throttled
Παραδείγματα
The government tried to throttle the free press by limiting journalists' access to information.
Η κυβέρνηση προσπάθησε να περιορίσει τον ελεύθερο τύπο περιορίζοντας την πρόσβαση των δημοσιογράφων σε πληροφορίες.
02
πνίγω, στραγγαλίζω
to end someone's life by squeezing their throat, cutting off their air supply
Transitive: to throttle sb
Παραδείγματα
In the suspenseful scene, the villain attempted to throttle the protagonist with bare hands.
Στη σκηνή γεμάτη αγωνία, ο κακοποιός προσπάθησε να πνίξει τον πρωταγωνιστή με γυμνά χέρια.
03
ρυθμίζω, ελέγχω
to reduce or control the flow of something, like fuel or steam, to an engine by adjusting a valve
Transitive: to throttle an engine or its valve
Παραδείγματα
He throttled the engine to reduce its speed as they approached the stop sign.
Περικοπή της ροής καυσίμου στον κινητήρα για να μειώσει την ταχύτητα καθώς πλησίαζαν το σήμα στοπ.
Throttle
01
πετάλ γκαζιού, βαλβίδα γκαζιού
a pedal that controls the throttle valve
02
γκαζι, βαλβίδα γκαζιού
a device that controls the amount of fuel-air mixture entering the engine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
throttles
Παραδείγματα
The throttle was stuck, causing the engine to rev high.
Ο εκκινητήρας είχε κολλήσει, προκαλώντας υψηλές στροφές στον κινητήρα.
Λεξικό Δέντρο
throttler
throttling
throttle



























