Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to throng
01
συρρέω, πληθαίνω
to gather in a place in large numbers
Transitive: to throng a place
Παραδείγματα
Fans thronged the stadium to cheer for their favorite team.
Οι θαυμαστές συρρέουν στο γήπεδο για να υποστηρίξουν την αγαπημένη τους ομάδα.
02
συρρέω, μαζεύομαι
to gather or move in large numbers
Intransitive: to throng somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
throng
γ΄ ενικό πρόσωπο
throngs
ενεστώτα μετοχή
thronging
απλός αόριστος
thronged
παθητική μετοχή
thronged
Παραδείγματα
Fans thronged to the stadium to see their favorite team play.
Οι θαυμαστές συρρέουν στο γήπεδο για να δουν την αγαπημένη τους ομάδα να παίζει.
Throng
01
πλήθος, συνωστισμός
a large crowd of people gathered closely together
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
throngs
Παραδείγματα
A throng of fans waited outside the stadium before the doors opened.
Ένας όχλος οπαδών περίμενε έξω από το στάδιο πριν ανοίξουν οι πόρτες.
Λεξικό Δέντρο
thronged
throng



























