Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to smoke out
01
καπνίζω για να βγει, εξαναγκάζω να βγει με καπνό
to force something or someone to leave a particular location by filling it with smoke
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
smoke
ενεστώτας
smoke out
γ΄ ενικό πρόσωπο
smokes out
ενεστώτα μετοχή
smoking out
απλός αόριστος
smoked out
παθητική μετοχή
smoked out
Παραδείγματα
The beekeeper attempted to smoke the bees out from the hive to harvest the honey.
Ο μελισσοκόμος προσπάθησε να καπνίσει τις μέλισσες έξω από την κυψέλη για να συλλέξει το μέλι.
02
ξεσκεπάζω, αποκαλύπτω
to expose something or someone, typically thorough investigation
Παραδείγματα
The investigative journalist worked tirelessly to smoke out the corruption within the government.
Ο ερευνητικός δημοσιογράφος εργάστηκε ακούραστα για να αποκαλύψει τη διαφθορά εντός της κυβέρνησης.
03
καπνίζω με, μοιράζομαι ένα joint με
to smoke something with someone, particularly marijuana
Παραδείγματα
At the party, she decided to smoke out with her friends for a relaxed evening.
Στο πάρτι, αποφάσισε να καπνίσει με τους φίλους της για μια χαλαρή βραδιά.
04
καπνίζω μέχρι να μεθύσω, καπνίζω υπερβολικά μαριχουάνα
to consume an excessive amount of marijuana, leading to a high level of intoxication
Παραδείγματα
He smoked out with his friends and ended up being way too stoned to function.
Κούρνιασε υπερβολικά με τους φίλους του και κατέληξε πολύ ναρκωμένος για να λειτουργήσει.
05
αδειάζω, εξαντλώ
to drain the supply of tobacco or marijuana in a smoking device
Παραδείγματα
They realized they were smoking out when the joint was unexpectedly empty.
Συνειδητοποίησαν ότι κάπνιζαν μέχρι τέλους όταν το joint ήταν απροσδόκητα άδειο.



























