salad days
sa
ˈsæ
lad
ləd
lēd
days
deɪz
deiz

Ορισμός και σημασία του "salad days"στα αγγλικά

01

νιάτα, άγουρα χρόνια

the time in a person's life marked by youthfulness, inexperience, and being carefree 
salad days definition and meaning
ιδιωματισμός
παλαιά χρήση
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
I remember my salad days with great fondness. 

Θυμάμαι τα νιάτα μου με μεγάλη νοσταλγία.

02

χρυσή εποχή, περίοδος ακμής

the time when something is at its best or most successful 
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
The 1990s were the salad days of that rock band. 

Η δεκαετία του '90 ήταν η χρυσή εποχή εκείνου του ροκ συγκροτήματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store