Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to revive
01
αναζωογονώ, αναβιώνω
to bring new life or energy to something
Transitive: to revive sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
revive
γ΄ ενικό πρόσωπο
revives
ενεστώτα μετοχή
reviving
απλός αόριστος
revived
παθητική μετοχή
revived
Παραδείγματα
Drinking a cup of coffee in the morning helps to revive my energy.
Το να πίνω ένα φλιτζάνι καφέ το πρωί βοηθάει να αναζωογονήσω την ενέργειά μου.
02
αναζωογονώ, ξαναφέρνω στη ζωή
to make a person become conscious again
Transitive: to revive sb
Παραδείγματα
The paramedics administered CPR to revive the unconscious patient.
Οι παράμετροι χορήγησαν ΚΑΡ για να αναζωογονήσουν τον ασυνείδητο ασθενή.
03
αναβιώνω, ζωντανεύω
to bring something back to life or activity from a state of inactivity, decline, or neglect
Transitive: to revive sth
Παραδείγματα
The artist hopes to revive the traditional craft with a modern twist.
Ο καλλιτέχνης ελπίζει να αναβιώσει την παραδοσιακή τέχνη με μια σύγχρονη τροπή.
04
αναβιώνω, επιστρέφω στη συνείδηση
to regain consciousness or life after a period of unconsciousness or death
Intransitive
Παραδείγματα
He was unconscious for several minutes but eventually revived with medical help.
Ήταν αναίσθητος για αρκετά λεπτά αλλά τελικά ξαναζωντάνεψε με ιατρική βοήθεια.
Λεξικό Δέντρο
revival
reviving
revive



























