Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
revitalizing
01
αναζωογονητικός, ανανεωτικός
having the ability to restore vitality or freshness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most revitalizing
συγκριτικός βαθμός
more revitalizing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
health, energy, wellness
Παραδείγματα
The revitalizing breeze from the ocean invigorated everyone on the beach, lifting their spirits.
Ο αναζωογονητικός αέρας από τον ωκεανό ενίσχυσε όλους στην παραλία, ανεβάζοντας το ηθικό τους.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
revitalizing
vitalizing
...
vit



























