Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Revisionist
01
αναθεωρητής, μεταρρυθμιστής
a Communist who alters Marxist theory to support a less revolutionary approach
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
revisionists
Παραδείγματα
The revisionist argued for gradual reforms instead of immediate revolution.
Ο αναθεωρητής υποστήριξε σταδιακές μεταρρυθμίσεις αντί για άμεση επανάσταση.
Λεξικό Δέντρο
revisionist
revision
vision



























