revisal
Pronunciation
/ɹɪvˈɪsəl/

Ορισμός και σημασία του "revisal"στα αγγλικά

01

επανεξέταση, τροποποίηση

the act or process of reviewing and making changes or corrections to a text or plan
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
revisals
Παραδείγματα
Before the book 's publication, a thorough revisal was conducted to ensure accuracy and coherence.
Πριν από τη δημοσίευση του βιβλίου, πραγματοποιήθηκε μια ενδελεχής επανεξέταση για να διασφαλιστεί η ακρίβεια και η συνοχή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store