revisal
re
ri
vi
ˈvaɪ
vai
sal
zəl
zēl
revival

Ορισμός και σημασία του "revisal"στα αγγλικά

01

επανεξέταση, τροποποίηση

the act or process of reviewing and making changes or corrections to a text or plan 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
revisals
Παραδείγματα
The play's director requested a revisal of certain scenes to enhance the emotional impact on the audience. 

Ο σκηνοθέτης του έργου ζήτησε μια επανεξέταση ορισμένων σκηνών για να ενισχύσει τη συναισθηματική επίδραση στο κοινό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store