Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Revisal
01
επανεξέταση, τροποποίηση
the act or process of reviewing and making changes or corrections to a text or plan
Παραδείγματα
Before the book 's publication, a thorough revisal was conducted to ensure accuracy and coherence.
Πριν από τη δημοσίευση του βιβλίου, πραγματοποιήθηκε μια ενδελεχής επανεξέταση για να διασφαλιστεί η ακρίβεια και η συνοχή.



























