Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to revert
01
επιστρέφω, γυρίζω πίσω
to go back to a previous state, condition, or behavior
Intransitive: to revert to a previous state
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
revert
γ΄ ενικό πρόσωπο
reverts
ενεστώτα μετοχή
reverting
απλός αόριστος
reverted
παθητική μετοχή
reverted
Παραδείγματα
After the updates caused issues, they decided to revert to the previous version of the software.
Μετά από τα προβλήματα που προκάλεσαν οι ενημερώσεις, αποφάσισαν να επιστρέψουν στην προηγούμενη έκδοση του λογισμικού.
02
επιστρέφω, ανατρέχω
to change back to a previous or ancestral form, state, or type
Transitive: to revert an ancestral type
Παραδείγματα
Over generations, the domesticated plant began to revert to its wild variety.
Μέσα από τις γενιές, το εξημερωμένο φυτό άρχισε να επιστρέφει στην άγρια ποικιλία του.
Λεξικό Δέντρο
revertible
reverting
revert



























