Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
restorative
01
αναζωογονητικός, αποκαταστατικός
able to promote or restore one's health or strength
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most restorative
συγκριτικός βαθμός
more restorative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Physical therapy exercises served restorative purposes in regaining knee strength following injury.
Οι ασκήσεις φυσικοθεραπείας εξυπηρέτησαν αποκαταστατικούς σκοπούς στην ανάκτηση της ισχύος του γονάτου μετά από τραυματισμό.
02
αναζωογονητικός, ανανεωτικός
making one feel more energetic or refreshed
Παραδείγματα
The celebration was particularly restorative for team morale after a difficult period of setbacks.
Ο εορτασμός ήταν ιδιαίτερα αναζωογονητικός για το ηθικό της ομάδας μετά από μια δύσκολη περίοδο αναποδιών.
Restorative
01
αποκαταστατικό, επισκευαστικό
the tools or methods that repair or enhance physiological functions for health improvement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
restoratives
Παραδείγματα
Dental crowns serve as restoratives for damaged teeth.
Οι οδοντικές κορώνες λειτουργούν ως αποκαταστάσεις για κατεστραμμένα δόντια.
02
αποκαταστατικός, επανορθωτικός
treatments or therapies aimed at restoring health, function, or vitality to a person or part of the body
Παραδείγματα
Physical therapists often prescribe restorative exercises to strengthen muscles and improve mobility after injury.
Οι φυσιοθεραπευτές συνήθως συνταγογραφούν αποκαταστατικές ασκήσεις για την ενίσχυση των μυών και τη βελτίωση της κινητικότητας μετά από τραυματισμό.
Λεξικό Δέντρο
restorative
restore
store



























