to restock
Pronunciation
/ɹiˈstɑk/

Ορισμός και σημασία του "restock"στα αγγλικά

to restock
01

επανεφοδιάζω, αναπληρώνω τα αποθέματα

stock again
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
restock
γ΄ ενικό πρόσωπο
restocks
ενεστώτα μετοχή
restocking
απλός αόριστος
restocked
παθητική μετοχή
restocked
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store