Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to restock
01
επανεφοδιάζω, αναπληρώνω τα αποθέματα
stock again
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
restock
γ΄ ενικό πρόσωπο
restocks
ενεστώτα μετοχή
restocking
απλός αόριστος
restocked
παθητική μετοχή
restocked
Λεξικό Δέντρο
restock
stock



























