to restock
re
ri:
ri
stock
ˈstɒk
stok
rostock

Ορισμός και σημασία του "restock"στα αγγλικά

to restock
01

επανεφοδιάζω, αναπληρώνω τα αποθέματα

stock again 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
restock
γ΄ ενικό πρόσωπο
restocks
ενεστώτα μετοχή
restocking
απλός αόριστος
restocked
παθητική μετοχή
restocked
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store