Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
restorative
01
αναζωογονητικός, αποκαταστατικός
able to promote or restore one's health or strength
Παραδείγματα
The doctor recommended a restorative diet to improve her overall health.
Ο γιατρός συνέστησε μια αναζωογονητική δίαιτα για να βελτιώσει τη γενική της υγεία.
02
αναζωογονητικός, ανανεωτικός
making one feel more energetic or refreshed
Παραδείγματα
A good laugh amongst friends can be quite restorative in lifting one's spirits.
Ένα καλό γέλιο ανάμεσα σε φίλους μπορεί να είναι αρκετά αναζωογονητικό για την ανύψωση της ψυχικής κατάστασης.
Restorative
01
αποκαταστατικό, επισκευαστικό
the tools or methods that repair or enhance physiological functions for health improvement
Παραδείγματα
The orthopedic implant acted as a restorative for joint function.
Ο ορθοπεδικός εμφύτευμα λειτούργησε ως αποκαταστατικό για τη λειτουργία των αρθρώσεων.
02
αποκαταστατικός, επανορθωτικός
treatments or therapies aimed at restoring health, function, or vitality to a person or part of the body
Παραδείγματα
Palliative care focuses on both curative and restorative measures to improve the quality of life for patients with chronic illnesses.
Η παλλιατική φροντίδα επικεντρώνεται τόσο σε θεραπευτικά όσο και σε αποκαταστατικά μέτρα για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών με χρόνιες ασθένειες.
Λεξικό Δέντρο
restorative
restore
store



























