Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Revocation
01
αναίρεση, ακύρωση
the cancelation of a law, agreement, or decision
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
revocations
02
αναίρεση, ακύρωση
the condition of not being valid or taking place anymore
Λεξικό Δέντρο
revocation
vocation



























