Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
revolting
01
αηδιαστικός, σιχαμερός
extremely repulsive and disgusting
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most revolting
συγκριτικός βαθμός
more revolting
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
perception, emotion, hygiene
Παραδείγματα
The revolting conditions in the abandoned building were a health hazard.
Οι αηδιαστικές συνθήκες στο εγκαταλειμμένο κτίριο ήταν κίνδυνος για την υγεία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
revoltingly
revolting
revolt



























