Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
revolutionary
01
επαναστατικός
involved in or characteristic of a revolution
Παραδείγματα
The revolutionary leader mobilized the masses against the oppressive regime.
Ο επαναστατικός ηγέτης κινητοποίησε τις μάζες εναντίον του καταπιεστικού καθεστώτος.
02
επαναστατικός
causing or involving a grand or fundamental change, particularly leading to major improvements
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most revolutionary
συγκριτικός βαθμός
more revolutionary
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The invention of the internet was a revolutionary development that transformed communication and information sharing worldwide.
Η εφεύρεση του Διαδικτύου ήταν μια επανάσταση που μεταμόρφωσε την επικοινωνία και την ανταλλαγή πληροφοριών παγκοσμίως.
03
επαναστατικός, περιστροφικός
of, relating to, or causing rotation or orbital motion
Παραδείγματα
The planet's revolutionary period is 365 days.
Η επαναστατική περίοδος του πλανήτη είναι 365 ημέρες.
Revolutionary
01
επαναστάτης, αντάρτης
a person who actively supports or participates in a political or social revolution
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
revolutionaries
Παραδείγματα
The revolutionary led protests against the government.
Ο επαναστάτης οδήγησε τις διαμαρτυρίες κατά της κυβέρνησης.



























