Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
revolutionary
01
επαναστατικός
involved in or characteristic of a revolution
Παραδείγματα
The underground newspaper published revolutionary ideas that fueled dissent against the authoritarian regime.
Η υπόγεια εφημερίδα δημοσίευσε επαναστατικές ιδέες που τροφοδότησαν τη διαφωνία κατά του αυταρχικού καθεστώτος.
02
επαναστατικός
causing or involving a grand or fundamental change, particularly leading to major improvements
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most revolutionary
συγκριτικός βαθμός
more revolutionary
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The introduction of the smartphone revolutionized the way people interact and access information.
Η εισαγωγή του smartphone επανάστασε τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν και έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες.
03
επαναστατικός, περιστροφικός
of, relating to, or causing rotation or orbital motion
Παραδείγματα
The device has a revolutionary mechanism for circular motion.
Η συσκευή διαθέτει ένα επαναστατικό μηχανισμό για κυκλική κίνηση.
Revolutionary
01
επαναστάτης, αντάρτης
a person who actively supports or participates in a political or social revolution
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
revolutionaries
Παραδείγματα
He became a revolutionary after witnessing inequality.
Έγινε επαναστάτης αφού είδε την ανισότητα.



























