revocation
Pronunciation
/ˌɹɛvəˈkeɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "revocation"στα αγγλικά

01

αναίρεση, ακύρωση

the cancelation of a law, agreement, or decision
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
revocations
02

αναίρεση, ακύρωση

the condition of not being valid or taking place anymore

Λεξικό Δέντρο

revocation
vocation
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store