Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
quiet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
quietest
συγκριτικός βαθμός
quieter
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The forest was quiet, with only the occasional chirping of birds breaking the silence.
Το δάσος ήταν ήσυχο, με μόνο το περιστασιακό τιτίβισμα των πουλιών να σπάει τη σιωπή.
Παραδείγματα
The quiet girl in the corner is actually a brilliant writer.
Το ήσυχο κορίτσι στη γωνία είναι στην πραγματικότητα μια λαμπρή συγγραφέας.
to quiet
01
ηρεμώ, σιωπώ
to reduce or put an end to noise or disturbance
Transitive: to quiet a noise or place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
quiet
γ΄ ενικό πρόσωπο
quiets
ενεστώτα μετοχή
quieting
απλός αόριστος
quieted
παθητική μετοχή
quieted
Παραδείγματα
He whispered to quiet the dog that was barking loudly outside.
Ψιθύρισε για να ησυχάσει το σκυλί που γάυγιζε δυνατά έξω.
02
ησυχάζω, σιωπώ
to become calm or silent after a previous state of noise or activity
Intransitive
Παραδείγματα
The once raucous party quieted in the early hours of the morning.
Το πάρτι που κάποτε ήταν θορυβώδες ησύχασε τις πρώτες ώρες του πρωινού.
Quiet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
They enjoyed a moment of quiet after a long day of conversations and activities.
Απόλαυσαν μια στιγμή ησυχίας μετά από μια μακρά μέρα συζητήσεων και δραστηριοτήτων.
quiet
Λεξικό Δέντρο
quietly
quietness
unquiet
quiet



























