Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to quieten
01
ηρεμώ, κάνω να σωπάσει
cause to be quiet or not talk
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
quieten
γ΄ ενικό πρόσωπο
quietens
ενεστώτα μετοχή
quietening
απλός αόριστος
quietened
παθητική μετοχή
quietened
02
ηρεμώ, γίνομαι λιγότερο θορυβώδης
to become calmer or less noisy
Dialect
British
Intransitive
Παραδείγματα
The storm slowly quietened as the night went on.
Η καταιγίδα ήρεμησε αργά καθώς προχωρούσε η νύχτα.
03
ηρεμώ, μειώνω την ένταση
to calm down or reduce in volume
Παραδείγματα
The crowd began to quieten once the announcement was made.
Το πλήθος άρχισε να ησυχάζει μόλις έγινε η ανακοίνωση.



























