to quieten
quie
ˈkwaɪə
kvaie
ten
tən
tēn

Ορισμός και σημασία του "quieten"στα αγγλικά

to quieten
01

ηρεμώ, κάνω να σωπάσει

cause to be quiet or not talk 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
quieten
γ΄ ενικό πρόσωπο
quietens
ενεστώτα μετοχή
quietening
απλός αόριστος
quietened
παθητική μετοχή
quietened
02

ηρεμώ, γίνομαι λιγότερο θορυβώδης

to become calmer or less noisy 
Dialectbritish flagBritish
Intransitive
Παραδείγματα
The storm slowly quietened as the night went on. 

Η καταιγίδα ήρεμησε αργά καθώς προχωρούσε η νύχτα.

03

ηρεμώ, μειώνω την ένταση

to calm down or reduce in volume 
Παραδείγματα
The crowd began to quieten once the announcement was made. 

Το πλήθος άρχισε να ησυχάζει μόλις έγινε η ανακοίνωση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store