Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pry
01
αδιάκριτος, παρεμβαίνω
to ask personal or unwanted questions
Intransitive: to pry | to pry into a subject
Παραδείγματα
Nosy neighbors may pry into the affairs of others, seeking gossip.
Οι περίεργοι γείτονες μπορεί να ασχολούνται με τις υποθέσεις των άλλων, ψάχνοντας για κουτσομπολιά.
02
σηκώνω, εφαρμόζω δύναμη
to apply force in an attempt to open, separate, or move something
Transitive: to pry sth somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pry
γ΄ ενικό πρόσωπο
pries
ενεστώτα μετοχή
prying
απλός αόριστος
pried
παθητική μετοχή
pried
Παραδείγματα
They used a stick to pry the lid off the crate, which was nailed down tightly.
Χρησιμοποίησαν ένα ραβδί για να ανοίξουν το καπάκι του κιβωτίου, που ήταν καρφωμένο σφιχτά.
03
κρυφοκοιτάζω, ψάχνω με περιέργεια
to look at something with great curiosity or interest, especially when it involves something private or hidden
Intransitive
Παραδείγματα
I noticed him prying at the letters on my desk, clearly trying to figure out what I was doing.
Παρατήρησα ότι κυτταζε τα γράμματα στο γραφείο μου, προφανώς προσπαθώντας να καταλάβει τι έκανα.
04
αποσπώ, εξαναγκάζω
to obtain something, especially information, with effort or difficulty
Transitive: to pry sth out of sb
Παραδείγματα
She had to pry the truth out of him, as he was hesitant to share any details.
Έπρεπε να αποσπάσει την αλήθεια από αυτόν, καθώς δίσταζε να μοιραστεί οποιαδήποτε λεπτομέρεια.
Pry
01
βαρύ σιδερένιο μοχλό, μοχλός
a heavy iron lever with one end forged into a wedge
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pries
Λεξικό Δέντρο
prying
prying
pry



























