prying
prying
praɪɪng
πραιινγκ
/pɹˈa‍ɪɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "prying"στα αγγλικά

01

αδιάκριτος, περίεργος

offensively curious or inquisitive
prying definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most prying
συγκριτικός βαθμός
more prying
διαβαθμίσιμο
01

αδιάκριτη περιέργεια, πειραχτική περιέργεια

offensive inquisitiveness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store