Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prurient
01
λαγνεία, αισχρός
having or encouraging an excessive interest in sexual matters
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most prurient
συγκριτικός βαθμός
more prurient
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
morality, sexuality, behavior
Παραδείγματα
The film's director faced criticism for including prurient scenes that seemed gratuitous and unrelated to the plot.
Ο σκηνοθέτης της ταινίας αντιμετώπισε κριτική για τη συμπερίληψη αισχρών σκηνών που φαίνονταν αδικαιολόγητες και άσχετες με την πλοκή.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pruriently
prurient
pruri



























