Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bail out
01
πληρώνω εγγύηση, απελευθερώνω με εγγύηση
to pay money to the court to release someone from custody until their trial
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
bail
ενεστώτας
bail out
γ΄ ενικό πρόσωπο
bails out
ενεστώτα μετοχή
bailing out
απλός αόριστος
bailed out
παθητική μετοχή
bailed out
Παραδείγματα
We're trying to find ways to bail out the community leader arrested during the demonstration.
Προσπαθούμε να βρούμε τρόπους να πληρώσουμε εγγύηση για τον ηγέτη της κοινότητας που συνελήφθη κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης.
02
αποσύρομαι, το σκάω
to leave a bad or dangerous situation, place, or event quickly and suddenly
Dialect
Παραδείγματα
The couple decided to bail out of the crowded restaurant for a more intimate setting.
Το ζευγάρι αποφάσισε να αποχωρήσει από το γεμάτο εστιατόριο για ένα πιο οικείο περιβάλλον.
03
σώζω, σώζω οικονομικά
to save someone or something from a difficult financial situation
Dialect
Παραδείγματα
The government decided to bail the struggling company out to prevent bankruptcy.
Η κυβέρνηση αποφάσισε να σώσει την αγωνιζόμενη εταιρεία για να αποφύγει την πτώχευση.
04
πηδώ με αλεξίπτωτο, εκκενώνω με αλεξίπτωτο
to jump out of an airplane using a parachute when the airplane is about to crash
Dialect
Παραδείγματα
The skydiver had to bail out of the plane when the engine malfunctioned.
Ο αλεξιπτωτιστής έπρεπε να πηδήξει με αλεξίπτωτο από το αεροπλάνο όταν η μηχανή απέτυχε.
05
αδειάζω νερό, αποστραγγίζω
to remove water from a boat to prevent it from sinking
Dialect
Παραδείγματα
Sailors needed to bail the boat out after a sudden downpour.
Οι ναυτικοί χρειάστηκε να αδειάσουν το νερό από τη βάρκα μετά από μια ξαφνική νεροποντή.



























